Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
πατέμ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πατέμ’
Προφορά: πατέμ
αμύγδαλο, αμυγδαλιά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
η αμυγδαλιά και ο καρπός της
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
αμύγδαλον (το)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: πατέμιν/ πατέμ'
Πληθυντικός: πατέμα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια