έβαζαν στη φωτιά μούστο και όταν πλησίαζε να βράζει, έριχναν καλαμποκίσιο αλεύρι λίγο λίγο ενώ συνεχώς ανακάτευαν για να μη τσικνίσει και όταν πύκνωνε σα λαπάς, το κατέβαζαν, το έχυναν σε ανοικτά σκεύη (σινία, τραπέζια) και το άνοιγαν για να ξεραθεί. Όταν στέγνωνε το έκοβαν σε λουρίδες και το κρεμούσαν για να ξεραθεί. Πολλοί μόλις το κατέβαζαν από τη φωτιά ανακάτωναν καντζία (καρπό) καρυδί’ ή λεφτοκαρί’
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)