Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παστίλα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παστίλα Προφορά: παστίλα
  1. έβαζαν στη φωτιά μούστο και όταν πλησίαζε να βράζει, έριχναν καλαμποκίσιο αλεύρι λίγο λίγο ενώ συνεχώς ανακάτευαν για να μη τσικνίσει και όταν πύκνωνε σα λαπάς, το κατέβαζαν, το έχυναν σε ανοικτά σκεύη (σινία, τραπέζια) και το άνοιγαν για να ξεραθεί. Όταν στέγνωνε το έκοβαν σε λουρίδες και το κρεμούσαν για να ξεραθεί. Πολλοί μόλις το κατέβαζαν από τη φωτιά ανακάτωναν καντζία (καρπό) καρυδί’ ή λεφτοκαρί’ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. γλύκισμα από χυμό φρούτων Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. πλακούντας από μουσταλευριά από το χυμό μαύρων μούρων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια