πασκιτανομάλεζον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πασ̌κιτανομάλεζον
Προφορά: πασκιτανομάλεζον
-
χυλός από αλεύρι με πασκιτάν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
αλευρόσουπα αρτυσμένη με πασκιτάν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης