Ερμηνεία: 1) ιδιοκτησία γαιών 2) επικλινής πλευρά βουνού κατάλληλη σαν βοσκότοπος
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη yurt
Ιδίωμα: Τραπεζούντας
Ενικός: γιούρτιν / γιούρτ' Πληθυντικός: γιούρτα̤