Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

βυζαλίστρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. βυζαλίστρα , 2. βυζαλίστρα̤ Προφορά: βυζαλίστρα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    γυναίκα που θήλαζε ή δικό της ή ξένο (μωρό)

Παρατηρήσεις - Σχόλια