τσουμούρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσουμούρ'
Προφορά: τσουμούρ
-
1) μουσκεμένο ψωμί παγιάτικο στο οποίο περίχυναν βούτυρο ή λάδι τσιγαρισμένο, οι Τούρκοι το έλεγαν εκμέκ μακαρίναν
2) ψωμί ψιλοκομμένο και βρασμένο με νερό και βούτυρο, και σε μερικά μέρη και με ζάχαρη ή μέλι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)