Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

βραδυνιάτικον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. βραδυνιάτικον , 2. βραδυνά̤τικον Προφορά: βραδυνιάτικον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    χάρισμα του γαμπρού στη νύφη την πρώτη νύχτα του γάμου

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παράδειγμα:
    Ού, το βραδυνιάτικον ευρίσκει να πάρει, δί' ατο του βεζύρη την κόρη.

Παρατηρήσεις - Σχόλια