-
βγάζω ρίζες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
βγάζω ρίζες, μένω κάπου σταθερά, δεν μετακινούμαι, αποκτώ παιδιά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
ριζοβωλώ
βγάζω ρίζες, μένω σταθερός και δεν μετακινούμαι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης