Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρεντζιπέρτς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ρεντζ̌ιπέρτς Προφορά: ρεντζιπέρτς
  1. γεωργός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Μούζαινας

    Παράδειγμα:
    Ο Κότσαλης καλός ρεντζ̌ιπέρτς έτον.

  2. γεωργός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική, από το περσικό redjber

Παρατηρήσεις - Σχόλια