ραχόπουλον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ραχͮόπουλον
Προφορά: ρασιόπουλον
-
το παιδί που μεγαλώνει στα βουνά, στα παρχάρια.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
μικρό βουναλάκι
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης