Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Το φαϊτόν ραχάτ’κον κι͜ αλήγορον εν’.
Αρσενικό: Ενικός: ραχάτης / ραχάτ'ς Πληθυντικός: ραχάτοι / ραχάτ'
Θηλυκό: Ενικός: ραχάταινα Πληθυντικός: ραχάτ'
Ουδέτερο: Ενικός: ραχάτικον / ραχάτ'κον Πληθυντικός: ραχάτικα / ραχάτ'κα
Επίρρημα: ραχάτ'κα , ραχάτα̤
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.