Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ράχα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ράχͮα̤ Προφορά: ράσεα
  1. ράχη, πλάτη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Η κοιλία σο στόμαν, το σαλάκ ση ράχͮα̤ν.
    2) Εντώκαν ράχͮα̤ν και δουλεύ’νε. (αλληλοβοηθούνται, Ιδίωμα: Άδισσα)
    3) Εδέκεν ράχͮα̤ν σ’ εμέν. ("έβαλε πλάτη" εβασίσθη)
    4) Η ράχͮα̤ τ’ παχͮύν’ εν’. (έχει γερό προστάτη)
    5) Έρθεν απάν’ σην ράχͮα̤ν. (πέθανε)
    6) Ετσαμουρώθεν η ράχͮα̤ τ’. (πέθανε)

Παρατηρήσεις - Σχόλια