Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρασλαεύω [Ρήμα, Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ρα̤σ̌λα̤εύω , 2. ρα̤σλα̤εύω Προφορά: ρεασλεαεύω
  1. τυχαίνω κατά τύχην βλέπω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    1) Αν κάποιος πα’ ρα̤σλα̤εύ' (να εμπαίν’ απέσ’) τα τρι’ ημέρες μίαν.
    2) Ρά̤στα̤ εντάμωσα τον. (τυχαία)

    επίρρημα: ρά̤στα̤ που σημαίνει τυχαία

Παρατηρήσεις - Σχόλια