Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αγρυπνία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγρυπνία Προφορά: αγρυπνία
  1. ξαγρύπνημα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Μάθα κόρη την αγρυπνίαν και την κακοπειρίαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια