Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
άγουρος (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: άγουρος
Προφορά: άγουρος
άνδρας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από το αρχαίο άωρος
νέος άνδρας
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
γούρος (ο)
άγρος (ο)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: άγουρος
Πληθυντικός: άγουροι / αγούρ'
Παρατηρήσεις - Σχόλια