Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ναχούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ναχούρ' Προφορά: ναχούρ
  1. κοπάδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    το κοπάδι των μεγάλων ζώων

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγματα:
    1) Το ζων εμούν σο ναχούρ’ ’κι ταράεται.
    2) Τα ζουλιγμένα τα βούδα̤ ’κι ταράζ’νε σο ναχούρ’.
    3) Ταράεται σο ναχούρ’. (μεταφορικά, μεγάλωσε και μπορεί να πάει με τους μεγάλους, Συνώνυμο: ταράεται με τ’ αγούρτς.)

Παρατηρήσεις - Σχόλια