Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρακάν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ρακάν' , 2. Ρακάν' Προφορά: ρακάν'
  1. 1) ενορία Κρώμνης. 2) χωριό Κεπέκλησες με πενήντα δύο Ελληνικές οικογένειες. 3) ύψωμα, λόφος. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Οντάν 'πιδα̤βαίνω το ρακάν', κάθουμαι κα και κλαίω. (ύψωμα, λόφος).

  2. λοφίσκος, γήλοφος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια