Παράδειγμα: Οντάν 'πιδα̤βαίνω το ρακάν', κάθουμαι κα και κλαίω. (ύψωμα, λόφος).
Ενικός: ρακάνιν / ρακάν' Πληθυντικός: ρακάνα̤