Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πυργωτόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πυργωτόν Προφορά: πυργωτόν
  1. 1) σάν πύργος 2) με πύργο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Δαχτυλίδι μ’ πυργωτόν καμαρωτόν, βρέχͮεται ’κί βρέχͮεται καμίαν ’κί στεγνούται (αίνιγμα)
    (γέφυρα).

Παρατηρήσεις - Σχόλια