Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πύργος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πύργος Προφορά: πύργος
  1. πύργος υψηλός σάν πύργος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλεόν Ερμηνείες:
    1) Σα μάρμαρα να κάθεσαι σον πύργον ν’ ακουμπίζεις. (πύργος).
    2) Το χͮο̤ν’ πολλά πύργος. (υψηλός σάν πύργος).

  2. πύργος, πολεμίστρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    απο το αρχαίο ουσιαστικό πύργος

Παρατηρήσεις - Σχόλια