Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πυκνοτσαμλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πυκνοτσ̌αμλίζω Προφορά: πυκνοτσαμλίζω
  1. συχνά ανοιγοκλείνω τα μάτια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Γουρπάν’ ατού σ’ ομμάτα̤ σ’ τερείς με και πυκνοτσ̌αμλί’ εις.

Παρατηρήσεις - Σχόλια