Γραφή στην Ποντιακή: πυκνοκουρτώΠροφορά: πυκνοκουρτώ
κομπιάζωκαταπίνω το σάλιο συχνάΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Οι Τούρκ επυκνοκούρταναν άμα ’κ’ επόρ’ναν ’δέν ν’ ευτάγ’νε. (καταπίνω το σάλιο συχνά).
2) Εκαλημέρ’τσεν, επυκνοκούρτεσεν και είπεν. (κομπιάζω)
συχνοκαταπίνω1) βρίσκομαι σε αμηχανία
2) συγκρατώ τον εαυτό μου ώστε να μην ξεσπάσει σε λόγια αγανάκτησηςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.