Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

πυκνοκουρτώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πυκνοκουρτώ Προφορά: πυκνοκουρτώ
  1. κομπιάζω καταπίνω το σάλιο συχνά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Οι Τούρκ επυκνοκούρταναν άμα ’κ’ επόρ’ναν ’δέν ν’ ευτάγ’νε. (καταπίνω το σάλιο συχνά).
    2) Εκαλημέρ’τσεν, επυκνοκούρτεσεν και είπεν. (κομπιάζω)

  2. συχνοκαταπίνω 1) βρίσκομαι σε αμηχανία 2) συγκρατώ τον εαυτό μου ώστε να μην ξεσπάσει σε λόγια αγανάκτησης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια