πρωτοστέφανον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: πρωτοστέφανον
Προφορά: πρωτοστέφανον
-
άντρας ή γυναίκα του πρώτου γάμου
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
1) ο πρώτος αρραβωνιαστικός
2) ο πρώτος και μόνος γάμος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης