Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19832 λήμματα

πρωτοστέφανον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πρωτοστέφανον Προφορά: πρωτοστέφανον
  1. άντρας ή γυναίκα του πρώτου γάμου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Καλώς το πρωτοστέφανο μ’ το πρώτον η αγάπη μ’.

  2. 1) ο πρώτος αρραβωνιαστικός 2) ο πρώτος και μόνος γάμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια