Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πρώτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πρώτος Προφορά: πρώτος
  1. πρώτη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ύστερα ας σον θάνατον τη πρώτ’σας τη γυναίκας ατ’ ξαν’ εγυναίξεν.

    Θηλυκό: πρώτ’σα.

  2. 1) ο πρώτος κατά σειρά αριθμητικά 2) αυτός που υπερέχει σε ικανότητα, τέχνη κλπ. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    απο την αρχαία ελληνική λέξη πρώτος -πρό -πρότερος

    Τα πρώτα= η παλιά κατάσταση

Παρατηρήσεις - Σχόλια