Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πρωτιγνός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πρωτιγνός Προφορά: πρωτιγνός
  1. πρώτος, παλαιοί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Επέθανεν η πρωτιγνέσα η γαρή. (πρώτος)
    2) Σά πρωτισνά τα χρόνια λύκ ’κ’ έσαν αδακέσ’. (παλαιοί)
    3) Οι πρωτισνοί ψωμίν ’κ’ είχαν. (παλαιοί)

    Θηλυκό: πρωτιγνέσα

Παρατηρήσεις - Σχόλια