Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πρωτάρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πρωτάρα Προφορά: πρωτάρα
  1. το ζώο που γεννά πρώτη φορά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. η γυναίκα που γεννά για πρώτη φορά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια