Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

προσωπίδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προσωπίδ' Προφορά: προσωπίδ
  1. το μέρος της κλειδαριάς που φαίνεται απ’ έξω και έχει και την τρύπα για το κλειδί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων.

    Παράδειγμα:
    Τ’ ανοιγάρ’ εσέγκεν ’κ’ εσέγκεν σο προσωπίδ’ τη πόρτας.

Παρατηρήσεις - Σχόλια