Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

προσκυνώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: προσ̌κυνώ Προφορά: προσκυνώ
  1. ασπάζομαι επισκέπτομαι τους Αγίους Τόπους, θρησκευτικό πανηγύρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εχπάσταν και θα παν’ να προσ̌κυνούνε. (επισκέπτομαι του Αγίους Τόπους, θρησκευτικό πανηγύρι.)

  2. υποτάσσομαι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. προσκυνώ, υποτάσσομαι 1) δείχνω υποταγή 2) φιλάω τα θεία 3) κάνω υπόκλιση σε ένδειξη σεβασμού προς κάποιον Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    απο το αρχαίο ελληνικό ρήμα προσκυνώ

Παρατηρήσεις - Σχόλια