Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πρόπολη (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πρόπολη Προφορά: πρόπολη
  1. πρόπολις ύλη ρητινώδης με την οποία οι μέλισσες έκλειαν τις τρύπες της κυψέλης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Πρόπολην εκρέμαναν ση χαταλί’ το κατσίν να μη ομματά̤σ̌κεται.

  2. 1) το υλικό με το οποίο οι μέλισσες φράζουν τους αρμούς της κυψέλης, που χρησιμοποιείται ως φάρμακο πληγών 2) φαρμακευτική αλοιφή από κερί, πίσσα, λάδι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη πρόπολις= μελισσοκόμμι

Παρατηρήσεις - Σχόλια