πρόπολιςύλη ρητινώδης με την οποία οι μέλισσες έκλειαν τις τρύπες της κυψέληςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Πρόπολην εκρέμαναν ση χαταλί’ το κατσίν να μη ομματά̤σ̌κεται.
1) το υλικό με το οποίο οι μέλισσες φράζουν τους αρμούς της κυψέλης, που χρησιμοποιείται ως φάρμακο πληγών
2) φαρμακευτική αλοιφή από κερί, πίσσα, λάδιΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη πρόπολις= μελισσοκόμμι