Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

προξενεία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: προξενεία Προφορά: προξενεία
  1. προξενειά μεσολάβηση για σύναψη γάμου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Η Μελπομένη έστειλεν προξενείαν, θελ’ ν’ ευτάει σε γαμπρόν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια