Ερμηνεία: εκείνος που λέγει "να είχα"
Παράδειγμα: Ο ναείχας και ναευρήκας νά̤ είχͮεν, και νά̤ εύρηκεν.
Ενικός: ναείχας
Σχόλιο: εύχρηστο στον ενικό, λόγω σημασιολογίας.