Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

νασίλκα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: νασίλκα Προφορά: νασίλκα
  1. φορείο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    ρωσική

    Παράδειγμα:
    Εμπροστά με τα νασίλκας εκουβάλ’ναν τα λιθάρα̤ να χτίζ’νε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια