Αρσενικό: Ενικός: αβούτος Πληθυντικός: αβουτείνοι / αβουτείν'
Θηλυκό: Ενικός: αβούτε Πληθυντικός: αβουτείνοι / αβουτείν'
Ουδέτερο: Ενικός: αβούτον Πληθυντικός: αβούτα
Σχόλιο: λόγω παλαιότερης συνήθειας να διαβάζεται το [υ] ως [ου] σε κάποιες προγενέστερες ελληνικές γλωσσικές ποικιλίες, η αντωνυμία "αυτός" σχηματίζεται στην ποντιακή ως "αούτος" (πβ. versions λήμματος).