Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιχνάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ιχνάρ' Προφορά: ιχνάρ
  1. χνάρι, ίχνη, σημεία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ἴχνος

    Παραδείγματα:
    1) Είναν ηύρεν σ’ έναν πλακίν απάν’ τη ποδαρί’ ατ’ τ’ ιχνάρα̤.
    2) Τον λύκον είδες και τ’ ιχνάρ’ α̤τ’ αραεύ’ς.

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνείες:
    1) ίχνος πατημασιάς
    2) τα πρώτα βήματα νηπίου (τα ιχνάρια)

    ιχνάρ (το)

Παρατηρήσεις - Σχόλια