Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ανοιχτός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ανοιχτός Προφορά: ανοιχτός
  1. ανοιχτός, φιλόξενος, ελεήμων, γεναιόδωρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα-Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τ' οσπίτ' εφέκες ανοιχτόν. (ανοιχτός)
    2) Τ' οσπίτ'ν ατουν πάντα ανοιχτόν. (φιλόξενος, ελεήμων)
    3) Το χͮ έρ'ν ατ'ς πάντα ανοιχτόν. (γεναιόδωρη)
    4) Με τ' ανοιχτά ομμάτα̤ (εν γνώσει, ξέροντας καλά ότι)
    5) Με τ' ανοιχτά ομμάτα̤ να βλάφτω τον άρθωπον 'κ' επορώ. (εν γνώσει, ξέροντας καλά ότι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια