Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ανοιγαρίτσι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ανοιγαρίτσι Προφορά: ανοιγαρίτσι
  1. κλειδιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Παραδείγματα:
    Έπαρ' σα χͮ έρα̤ σ' χρυσά ανοιγαρίτσ̌α̤.
    Τ' ανοιγαρίτσ̌α̤ 'λόχρυσα, τα κλειδία ασημένα̤.

Παρατηρήσεις - Σχόλια