Ερμηνεία: που δεν έχει εκκλησιαστεί ή λειτουργηθεί
Παράδειγμα: Ερρώστεσεν ο ποπάς κ' επέμ'ναμε ανεκκλησίαστοι.
Αρσενικό: Ενικός: ανεκκλησίαστος Πληθυντικός: ανεκκλησίαστοι
Θηλυκό: Ενικός: ανεκκλησίαστος Πληθυντικός: ανεκκλησίαστοι
Ουδέτερο: Ενικός: ανεκκλησίαστον Πληθυντικός: ανεκκλησίαστα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.