Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μέτα [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μέτα Προφορά: μέτα
  1. βρέ, καλέ, καημένε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό γαμέτης = άνδρας, σύζυγος

  2. προσαγορευτικόν της γυναίκας προς τον άνδρα της Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Παραλλαγή του γαμέτα

    «μέτα κι' ἐσύ! καλέ μου κι' ἐσύ!»

Παρατηρήσεις - Σχόλια