Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Άσ̌κεμον επαίρες, ντό ν’ ευτάς, ατό έτον τ’ ιχπάλι σ’.
Ενικός: ιχπάλιν / ιχπάλ' Πληθυντικός: ιχπάλια / ιχπάλα̤
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στον ενικό, λόγω σημασιολογίας.