Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Ο κύρτς ατουν ιρζα̤χλής άμα εκείν’ παλαλοί.
Αρσενικό: Ενικός: ιρζα̤χλής Πληθυντικός: ιρζα̤χλήδες
Θηλυκό: Ενικός: ιρζα̤χλήσα Πληθυντικός: ιρζα̤χλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: ιρζα̤χλίν Πληθυντικός: ιρζα̤χλία
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.