Προέλευση: τουρκική
Ιδίωμα: Σταυρί
Παράδειγμα: Χουτρελέζ -ιμ’ αν γίνουμαι καλά, θα χτίζω όλεν το χισάρι σ’.
Ενικός: χισάριν / χισάρ' Πληθυντικός: χισάρα̤