Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χισάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χισάρ' Προφορά: χισάρ
  1. περίβολος περίφραξη με τοίχο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

    Παράδειγμα:
    Χουτρελέζ -ιμ’ αν γίνουμαι καλά, θα χτίζω όλεν το χισάρι σ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια