Γραφή στην Ποντιακή: 1. αμάνωτος , 2. αμάννωτοςΠροφορά: αμάνωτος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Ερμηνείες:
1) Αμάνωτος κι ακύρωτος. (χωρίς μάνα και πατέρα)
2) Αμάνωτον σ̌κεύος 'κ' εφέκεν. (εκείνος που δεν έχει μανωθεί)
Προέλευση:
1) από το στερητικό α και το μάνα
2) από την λέξη μανέα
1) ο ορφανός από μητέρα (αμάννωτος)
2) αυτός που δεν μουντζουρώθηκε από την κάπνα (αμάνωτος)Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Αρσενικό:
Ενικός: αμάνωτος
Πληθυντικός: αμάνωτοι
Θηλυκό:
Ενικός: αμάνωτος
Πληθυντικός: αμάνωτοι
Ουδέτερο:
Ενικός: αμάνωτον
Πληθυντικός: αμάνωτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.