Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εφτανάλλαχτος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εφτανάλλαχτος Προφορά: εφτανάλλαχτος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    εκείνος που αλλάζει τα ρούχα του πολλές φορές

    Παράδειγμα:
    Άμον τον εφτανάλλαχτον αλλάεις τα λώματα σ'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια