Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

παρτίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. παρτίν , 2. Παρτίν Προφορά: παρτίν
  1. αίγειρος 1) λευκή υδρόφιλος 2) χωριό μεταξύ Κρώμνης και Βαρένου με 70 οικογένειες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Χαλδίας

    Παράδειγμα:
    Έναν παρτίν ετσακώθεν ας σην αέραν.

    Σημείωση:
    Στην Ανεφοριά λεγόταν παρτίν

Παρατηρήσεις - Σχόλια