Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρσουλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καρσ̌ουλαεύω Προφορά: καρσουλαεύω
  1. αντικρύζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    ο οργανοπαίκτης γονατίζει μπροστά σε κάποιον και ζητά δώρο χρηματικό

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

    Παράδειγμα:
    Σην αυλήν απέσ’ εκαρσ̌ουλάεψεν τον Θόδωρον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια