Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κατακλυσμός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κατακλυσμός Προφορά: κατακλυσμός
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Πού θα πας, οξ̌υκέσ’ κατακλυσμός. (βροχή μεγάλη)
    2) Κατακλυσμόν εποίκεν, ’κί θα πας σην χαράν. (μεγάλος θυμός και φωνές)
    3) Ξερόν κατακλυσμός. (τρομερός θόρυβος, Ιδίωμα: Σταυρί)

Παρατηρήσεις - Σχόλια