Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγράνεμος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αγράνεμος , 2. αγρά̤νεμος Προφορά: αγράνεμος
  1. άγριος, δυνατός άνεμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

    Παράδειγμα:
    Άνεμε κι αγράνεμε, ντό χτυπάς το καρακίδ’.

  2. ο σφοδρός αέρας Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια