αγράνεμος (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. αγράνεμος , 2. αγρά̤νεμος
Προφορά: αγράνεμος
-
άγριος, δυνατός άνεμος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ο σφοδρός αέρας
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης