Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κατσουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κατσ̌ουρεύω Προφορά: κατσουρεύω
  1. φυγαδεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    χάνω τα μυαλά μου

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Ένοιξεν τη φυλακής το παράθυρον κ’εκατσ̌ούρεψεν ατον. (φυγαδιάζω - φυγαδεύω)
    2) Άς σο πολλά το φόβον εκατσ̌ούρεψεν ατο. (χάνω τα μυαλά μου)

Παρατηρήσεις - Σχόλια