Γραφή στην Ποντιακή: κατσ̌ουρεύωΠροφορά: κατσουρεύω
φυγαδεύωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Επιπλέον Ερμηνεία:
χάνω τα μυαλά μου
Προέλευση:
τουρκική
Παραδείγματα:
1) Ένοιξεν τη φυλακής το παράθυρον κ’εκατσ̌ούρεψεν ατον. (φυγαδιάζω - φυγαδεύω)
2) Άς σο πολλά το φόβον εκατσ̌ούρεψεν ατο. (χάνω τα μυαλά μου)