αγουροπλασία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αγουροπλασία
Προφορά: αγουροπλασία
-
Ερμηνεία:
αρσενικό παιδί
Ιδίωμα:
Γαλλίανας
Παράδειγμα:
Σα παλαιά τα χρόνα̤ τ’ αγουροπλασίας πα είχαν σέβας σοι γονέους.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)