Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγουροπλασία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγουροπλασία Προφορά: αγουροπλασία
  1. Ερμηνεία: αρσενικό παιδί Ιδίωμα: Γαλλίανας Παράδειγμα: Σα παλαιά τα χρόνα̤ τ’ αγουροπλασίας πα είχαν σέβας σοι γονέους. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια