Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ούβα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ούβα Προφορά: ούβα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ντόπια χουρμαδιά με μικρούς καρπούς που ξεραίνονταν και το χειμώνα (ροδοφινότσιρα)
    χρησιμοποιούνταν στο κομπόστο.Τα ονόμαζαν και φουτίτσας διότι όποιος έτρωγε πολλά από αυτά εφούτιζεν

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    είδος μουσμουλιάς και ο καρπός της

  3. βοτρύδι, τσαμπί είδος μαύρου σταφυλιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη uva- ae (ή uba χυδαϊστί)

Παρατηρήσεις - Σχόλια