Προέλευση: από το στερητικό α- και το γουλινεύκουμαι
Παράδειγμα: Το χαλκό μ’ αγουλάνευτον έν'. (δεν έχει τεθεί επί της φωτιάς)
Αρσενικό: Ενικός: αγουλάνευτος Πληθυντικός: αγουλάνευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αγουλάνευτος Πληθυντικός: αγουλάνευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αγουλάνευτον Πληθυντικός: αγουλάνευτα
Σχόλιο: εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, κυρίως στο ουδέτερο, αναλογικός σχηματισμός.